Menu Close

Μεσοκοιλιακή επικοινωνία (Ventricular Septal Defect, VSD)

Η μεσοκοιλιακή επικοινωνία είναι έλλειμμα (τρύπα) στο μεσοκοιλιακό διάφραγμα, που χωρίζει τις δύο κοιλίες της καρδιάς (Εικ. 2.1).

Εικ. 2.1. Μεσοκοιλιακή επικοινωνία

Το αποτέλεσμα είναι ποσότητα αίματος πλούσιου σε οξυγόνο (ζωηρό κόκκινο) να διαφεύγει από το αριστερό τμήμα της καρδιάς (αριστερή κοιλία) στο δεξιό μέρος (δεξιά κοιλία) μέσα από την τρύπα. Από τη δεξιά κοιλία προωθείται και πάλι το αίμα στους πνεύμονες, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη εμπλουτισθεί με οξυγόνο. Αυτή η επιπλέον ποσότητα αίματος που προωθείται στους πνεύμονες, δημιουργεί προβλήματα και στους πνεύμονες και στην καρδιά.

Τα συμπτώματα που συνδέονται με τη μεσοκοιλιακή επικοινωνία εξαρτώνται από το μέγεθός της και μπορεί να εμφανισθούν μερικές ημέρες ή εβδομάδες μετά τη γέννηση. Σε μεγάλη μεσοκοιλιακή επικοινωνία τα συμπτώματα είναι ταχύπνοια, ιδρώτες, κούραση στη σίτιση, ανεπαρκής πρόσληψη βάρους. Υπάρχει συμφόρηση των πνευμόνωνκαι η καρδιά δουλεύει περισσότερο. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, που δεν ανακουφίζονται με φαρμακευτική αγωγή (διουρητικά), η μεσοκοιλιακή επικοινωνία πρέπει να συγκλειστεί στους πρώτους 3-6 μήνες της ζωής.

Η μικρή μεσοκοιλιακή επικοινωνία δεν επιβαρύνει τη λειτουργία της καρδιάς. Σε αυτή την περίπτωση το μόνο εύρημα είναι ένα δυνατό φύσημα που ακούγεται στην καρδιά. Οι μικρές μεσοκοιλιακές επικοινωνίες συνήθως δεν χρειάζονται χειρουργική αντιμετώπιση. Μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις κλείνουν μόνες τους.

Εάν η μεσοκοιλιακή επικοινωνία είναι μεγάλη, συνιστάται σύγκλειση για να αποφευχθούν σοβαρά προβλήματα στο μέλλον. Η υψηλή πίεση που υπάρχει στα πνευμονικά αγγεία (πνευμονική υπέρταση), καθώς είναι αυξημένη η ροή του αίματος εκεί, με τον χρόνο μπορεί να προκαλέσει μόνιμη βλάβη στα τοιχώματα των αγγείων των πνευμόνων και το παιδί να μην μπορεί να χειρουργηθεί πλέον (σ.Eisenmenger).

Η σύγκλειση της μεσοκοιλιακής επικοινωνίας γίνεται με επέμβαση ανοικτής καρδιάς και χρησιμοποιείται μπάλωμα, συνήθως από ζωικό ή συνθετικό υλικό (Εικ. 2.2). Με το χρόνο, αυτό το μπάλωμα σκεπάζεται από τον φυσιολογικό καρδιακό ιστό (ενδοκάρδιο) και γίνεται ένα με την καρδιά.

Σε μερικές ειδικές περιπτώσεις, η μεσοκοιλιακή επικοινωνία μπορεί να συγκλεισθεί με μικροσυσκευή (“ομπρέλα”), που τοποθετείται με καρδιακό καθετηριασμό.

Εικ. 2.2. Σύγκλειση μεσοκοιλιακής επικοινωνίας με μπάλωμα από ζωικό ή συνθετικό υλικό.

Αν το παιδί έχει μικρό βάρος (συνήθως <3kg) κι έντονα συμπτώματα από τη νεογνική ηλικία, τότε η σύγκλειση μπορεί να γίνει σε δύο στάδια. Πρώτα γίνεται μια παρηγορητική επέμβαση,η “περίδεση τηςπνευμονικής αρτηρίας”, στην οποία τοποθετείται γύρω από την πνευμονική αρτηρία μια υφασμάτινη ταινία που σφίγγει το αγγείο (Εικ. 2.3). ΄Ετσι, μειώνεται η ροή και η πίεση του αίματος στους πνεύμονες, απαλύνονται τα συμπτώματα του παιδιού και μπορεί να μεγαλώσει. Όταν λόγω της σωματικής ανάπτυξης του παιδιού, η περίδεση γίνει σφιχτή, ακολουθεί η πλήρης διόρθωση, δηλ. σύγκλειση της μεσοκοιλιακής επικοινωνίας και λύση της περίδεσης της πνευμονικής.

Εικ. 2.3. Παρηγορητική αντιμετώπιση μεσοκοιλιακής επικοινωνίας με περίδεση πνευμονικής

Τα αποτελέσματα της χειρουργικής αντιμετώπισης της μεσοκοιλιακής επικοινωνίας είναι πολύ καλά, αν η επέμβαση γίνει εγκαίρως: θνητότητα έως 1% και λίγες επιπλοκές. Αν η σύγκλειση καθυστερήσει σημαντικά, τότε η πνευμονική υπέρταση γίνεται μη αναστρέψιμη (σ. Eisenmenger), οπότε αντενδείκνυται η σύγκλειση.

Το παιδί σας μπορεί να μη χρειαστεί καθόλου ειδικές προφυλάξεις ή περιορισμούς σχετικά με τη φυσική δραστηριότητα και μπορεί να του επιτρέπεται να συμμετέχει στις φυσιολογικές δραστηριότητες χωρίς κίνδυνο. 

Αρχικά, για βραχύ χρονικό διάστημα μετά την εγχείρηση για τη σύγκλειση της μεσοκοιλιακής, ο Παιδοκαρδιολόγος θα εξετάζει το παιδί τακτικά και κατόπιν περιοδικά, κάθε 1-2 χρόνια και αργότερα κάθε 3-5 χρόνια. Η μακροπρόθεσμη προοπτική είναι άριστη, και, συνήθως, δεν χρειάζονται φάρμακα ούτε επιπλέον εγχειρήσεις ή καρδιακοί καθετηριασμοί.Παιδιά με μεσοκοιλιακή επικοινωνία δεν κινδυνεύουν να προσβληθούν από κάποια μόλυνση των καρδιακών τοιχωμάτων ή των βαλβίδων (ενδοκαρδίτιδα) πριν ή μετά την εγχείρηση. Η καλή υγιεινή του στόματος και των δοντιών είναι απαραίτητη.

Η μεσοκοιλιακή επικοινωνία είναι έλλειμμα (τρύπα) στο μεσοκοιλιακό διάφραγμα, που χωρίζει τις δύο κοιλίες της καρδιάς (Εικ. 2.1).

 

 

 

 

 

 

 

Εικ. 2.1. Μεσοκοιλιακή επικοινωνία

Το αποτέλεσμα είναι ποσότητα αίματος πλούσιου σε οξυγόνο (ζωηρό κόκκινο) να διαφεύγει από το αριστερό τμήμα της καρδιάς (αριστερή κοιλία) στο δεξιό μέρος (δεξιά κοιλία) μέσα από την τρύπα. Από τη δεξιά κοιλία προωθείται και πάλι το αίμα στους πνεύμονες, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη εμπλουτισθεί με οξυγόνο. Αυτή η επιπλέον ποσότητα αίματος που προωθείται στους πνεύμονες, δημιουργεί προβλήματα και στους πνεύμονες και στην καρδιά.

Τα συμπτώματα που συνδέονται με τη μεσοκοιλιακή επικοινωνία εξαρτώνται από το μέγεθός της και μπορεί να εμφανισθούν μερικές ημέρες ή εβδομάδες μετά τη γέννηση. Σε μεγάλη μεσοκοιλιακή επικοινωνία τα συμπτώματα είναι ταχύπνοια, ιδρώτες, κούραση στη σίτιση, ανεπαρκής πρόσληψη βάρους. Υπάρχει συμφόρηση των πνευμόνωνκαι η καρδιά δουλεύει περισσότερο. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, που δεν ανακουφίζονται με φαρμακευτική αγωγή (διουρητικά), η μεσοκοιλιακή επικοινωνία πρέπει να συγκλειστεί στους πρώτους 3-6 μήνες της ζωής.

Η μικρή μεσοκοιλιακή επικοινωνία δεν επιβαρύνει τη λειτουργία της καρδιάς. Σε αυτή την περίπτωση το μόνο εύρημα είναι ένα δυνατό φύσημα που ακούγεται στην καρδιά. Οι μικρές μεσοκοιλιακές επικοινωνίες συνήθως δεν χρειάζονται χειρουργική αντιμετώπιση. Μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις κλείνουν μόνες τους.

Εάν η μεσοκοιλιακή επικοινωνία είναι μεγάλη, συνιστάται σύγκλειση για να αποφευχθούν σοβαρά προβλήματα στο μέλλον. Η υψηλή πίεση που υπάρχει στα πνευμονικά αγγεία (πνευμονική υπέρταση), καθώς είναι αυξημένη η ροή του αίματος εκεί, με τον χρόνο μπορεί να προκαλέσει μόνιμη βλάβη στα τοιχώματα των αγγείων των πνευμόνων και το παιδί να μην μπορεί να χειρουργηθεί πλέον (σ.Eisenmenger).

Η σύγκλειση της μεσοκοιλιακής επικοινωνίας γίνεται με επέμβαση ανοικτής καρδιάς και χρησιμοποιείται μπάλωμα, συνήθως από ζωικό ή συνθετικό υλικό (Εικ. 2.2). Με το χρόνο, αυτό το μπάλωμα σκεπάζεται από τον φυσιολογικό καρδιακό ιστό (ενδοκάρδιο) και γίνεται ένα με την καρδιά.

Σε μερικές ειδικές περιπτώσεις, η μεσοκοιλιακή επικοινωνία μπορεί να συγκλεισθεί με μικροσυσκευή (“ομπρέλα”), που τοποθετείται με καρδιακό καθετηριασμό.

 

 

 

 

 

 

 

Εικ. 2.2. Σύγκλειση μεσοκοιλιακής επικοινωνίας με μπάλωμα από ζωικό ή συνθετικό υλικό.

Αν το παιδί έχει μικρό βάρος (συνήθως <3kg) κι έντονα συμπτώματα από τη νεογνική ηλικία, τότε η σύγκλειση μπορεί να γίνει σε δύο στάδια. Πρώτα γίνεται μια παρηγορητική επέμβαση,η “περίδεση τηςπνευμονικής αρτηρίας”, στην οποία τοποθετείται γύρω από την πνευμονική αρτηρία μια υφασμάτινη ταινία που σφίγγει το αγγείο (Εικ. 2.3). ΄Ετσι, μειώνεται η ροή και η πίεση του αίματος στους πνεύμονες, απαλύνονται τα συμπτώματα του παιδιού και μπορεί να μεγαλώσει. Όταν λόγω της σωματικής ανάπτυξης του παιδιού, η περίδεση γίνει σφιχτή, ακολουθεί η πλήρης διόρθωση, δηλ. σύγκλειση της μεσοκοιλιακής επικοινωνίας και λύση της περίδεσης της πνευμονικής.

Εικ. 2.3. Παρηγορητική αντιμετώπιση μεσοκοιλιακής επικοινωνίας με περίδεση πνευμονικής

Τα αποτελέσματα της χειρουργικής αντιμετώπισης της μεσοκοιλιακής επικοινωνίας είναι πολύ καλά, αν η επέμβαση γίνει εγκαίρως: θνητότητα έως 1% και λίγες επιπλοκές. Αν η σύγκλειση καθυστερήσει σημαντικά, τότε η πνευμονική υπέρταση γίνεται μη αναστρέψιμη (σ. Eisenmenger), οπότε αντενδείκνυται η σύγκλειση.

Το παιδί σας μπορεί να μη χρειαστεί καθόλου ειδικές προφυλάξεις ή περιορισμούς σχετικά με τη φυσική δραστηριότητα και μπορεί να του επιτρέπεται να συμμετέχει στις φυσιολογικές δραστηριότητες χωρίς κίνδυνο. 

Αρχικά, για βραχύ χρονικό διάστημα μετά την εγχείρηση για τη σύγκλειση της μεσοκοιλιακής, ο Παιδοκαρδιολόγος θα εξετάζει το παιδί τακτικά και κατόπιν περιοδικά, κάθε 1-2 χρόνια και αργότερα κάθε 3-5 χρόνια. Η μακροπρόθεσμη προοπτική είναι άριστη, και, συνήθως, δεν χρειάζονται φάρμακα ούτε επιπλέον εγχειρήσεις ή καρδιακοί καθετηριασμοί.Παιδιά με μεσοκοιλιακή επικοινωνία δεν κινδυνεύουν να προσβληθούν από κάποια μόλυνση των καρδιακών τοιχωμάτων ή των βαλβίδων (ενδοκαρδίτιδα) πριν ή μετά την εγχείρηση. Η καλή υγιεινή του στόματος και των δοντιών είναι απαραίτητη.